Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού, Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
Στις 24 Ιουλίου 1923 υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάνης, ένα από τα σημαντικότερα νομικά και διπλωματικά κείμενα του 20ού αιώνα. Για πολλούς αποτελεί απλώς το τέλος ενός πολέμου. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η σύγχρονη διεθνής τάξη στην Ανατολική Μεσόγειο και καθορίστηκαν οι σχέσεις μεταξύ των κρατών της περιοχής για περισσότερο από έναν αιώνα.
Η Συνθήκη υπεγράφη μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την αποτυχία εφαρμογής της Συνθήκης των Σεβρών. Με αυτήν αναγνωρίστηκε διεθνώς η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία και καθορίστηκαν τα σύνορά της, ενώ παράλληλα η Τουρκία παραιτήθηκε από κάθε τίτλο ή δικαίωμα επί εδαφών που βρίσκονταν πέραν των συνόρων που η ίδια η Συνθήκη καθόριζε. Η ρύθμιση αυτή δεν αποτέλεσε πολιτική δήλωση, αλλά δεσμευτική διεθνή νομική υποχρέωση.
Ιδιαίτερη σημασία για τον Ελληνισμό έχει το γεγονός ότι η Συνθήκη ρύθμισε το καθεστώς των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, επιβεβαίωσε συγκεκριμένες ρυθμίσεις κυριαρχίας και προέβλεψε ειδικές διατάξεις για την Ίμβρο και την Τένεδο, καθώς και για την προστασία των εκεί πληθυσμών. Παράλληλα, η Τουρκία αναγνώρισε ρητά την προσάρτηση της Κύπρου από το Ηνωμένο Βασίλειο, εγκαταλείποντας κάθε σχετική κυριαρχική αξίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η πρόβλεψη αυτή συνιστά σημαντικό σταθμό στη διαμόρφωση του διεθνούς νομικού καθεστώτος της Κύπρου.
Η Συνθήκη δεν περιορίστηκε μόνο σε εδαφικές ρυθμίσεις. Περιέλαβε διατάξεις για την προστασία των μειονοτήτων, την ιθαγένεια, τις οικονομικές σχέσεις, το καθεστώς των Στενών και μια σειρά από διεθνείς υποχρεώσεις που αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας. Ήταν, ουσιαστικά, μια ολοκληρωμένη προσπάθεια οικοδόμησης μιας νέας διεθνούς έννομης τάξης μετά από μία από τις πιο ταραγμένες περιόδους της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Έναν αιώνα αργότερα, η σημασία της παραμένει αδιαμφισβήτητη. Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί πολιτικές δηλώσεις που επιχειρούν να παρουσιάσουν τη Συνθήκη ως δήθεν «ξεπερασμένη» ή επιδεχόμενη μονομερή αναθεώρηση. Ωστόσο, στο διεθνές δίκαιο δεν ισχύει η λογική της πολιτικής σκοπιμότητας. Οι διεθνείς συνθήκες δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα κράτη και δεν μπορούν να αναθεωρηθούν μονομερώς επειδή μεταβλήθηκαν οι γεωπολιτικές επιδιώξεις ή οι πολιτικές ισορροπίες. Η θεμελιώδης αρχή pacta sun servanda, η οποία σήμερα κατοχυρώνεται και στη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών του 1969, επιβάλλει ότι κάθε συνθήκη που βρίσκεται σε ισχύ πρέπει να εκτελείται καλόπιστα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η σταθερότητα του διεθνούς συστήματος εξαρτάται ακριβώς από αυτή την προβλεψιμότητα. Αν κάθε κράτος μπορούσε να αμφισβητεί κατά
βούληση διεθνείς συνθήκες, ολόκληρη η διεθνής έννομη τάξη θα κατέρρεε.
Η επέτειος της υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάνης δεν αποτελεί, επομένως, μόνο μία ιστορική υπενθύμιση. Αποτελεί μια ευκαιρία να αναλογιστούμε ότι η ειρήνη και η ασφάλεια δεν θεμελιώνονται στην ισχύ, αλλά στον σεβασμό των κανόνων που τα ίδια τα κράτη έχουν συμφωνήσει να τηρούν. Η πραγματική δύναμη του διεθνούς δικαίου δεν βρίσκεται στην ηλικία των συνθηκών του, αλλά στη διαχρονική υποχρέωση όλων να τις εφαρμόζουν με συνέπεια και καλή πίστη. Από αυτή τη θεμελιώδη αρχή εξακολουθεί να εξαρτάται η σταθερότητα όχι μόνο της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και ολόκληρης της διεθνούς κοινότητας.



