Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού, Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου η πολιτική δεν κρίνεται από την ικανότητα διαχείρισης της καθημερινότητας, αλλά από την ικανότητα αναγνώρισης της ιστορικής συγκυρίας. Το Κυπριακό φαίνεται να εισέρχεται σε μία τέτοια περίοδο, μετά από μια παρατεταμένη περίοδο στασιμότητας. Η επικείμενη επίσκεψη του Γ.Γ. ΟΗΕ, η αυξημένη εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ενδείξεις ότι διαμορφώνεται μια νέα διπλωματική κινητικότητα δεν αποτελούν επουδενί από μόνες τους εγγύηση επιτυχίας. Δημιουργούν όμως κάτι εξίσου σημαντικό, ήτοι μια ευκαιρία. Και στην ιστορία των εθνικών ζητημάτων, οι ευκαιρίες δεν εμφανίζονται συχνά ούτε παραμένουν ανοιχτές επ’ αόριστον.
Για περισσότερο από μισό αιώνα, η Κύπρος ζει με τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής. Η σταδιακή εξοικείωση με το σημερινό αδιέξοδο αποτελεί ίσως έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους. Το status quo δεν είναι μια ουδέτερη κατάσταση. Είναι μια πραγματικότητα που, όσο παρατείνεται, παγιώνεται πολιτικά, νομικά και κοινωνικά, δημιουργώντας νέα τετελεσμένα που δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο την προοπτική της επανένωσης.
Η διεθνής συγκυρία φαίνεται σήμερα να μεταβάλλεται. Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή, η αυξανόμενη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και η πρόθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαδραματίσει ουσιαστικότερο ρόλο - ελπίζουμε - στο Κυπριακό, συνθέτουν ένα διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο των προηγούμενων ετών. Η ενεργότερη εμπλοκή των ευρωπαϊκών θεσμών ενισχύει τη διεθνή διάσταση του προβλήματος και υπενθυμίζει ότι το Κυπριακό δεν αποτελεί αποκλειστικά ένα δικοινοτικό ζήτημα, αλλά και ένα ευρωπαϊκό και διεθνές ζήτημα νομιμότητας. Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται πολιτική ωριμότητα. Οι μεγάλες εθνικές υποθέσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα της μικροπολιτικής αντιπαράθεσης ή της επικοινωνιακής διαχείρισης. Απαιτούν στρατηγική σκέψη, ψυχραιμία και κυρίως ενότητα ως προς τον τελικό στόχο. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πρωτοβουλία πρέπει να γίνεται αποδεκτή άκριτα ούτε ότι οποιαδήποτε συμφωνία είναι προτιμότερη από τη μη λύση. Η επιδίωξη της λύσης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το περιεχόμενό της. Η Κύπρος δεν χρειάζεται απλώς μια λύση, αλλά μια δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση, ικανή να διασφαλίσει τη μακροχρόνια ειρήνη, τη
σταθερότητα και την ασφάλεια όλων των νόμιμων κατοίκων της.
Μια τέτοια λύση οφείλει να εδράζεται στις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, στα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και στο ευρωπαϊκό κεκτημένο, αναγνωρίζοντας πλήρως ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ευρωπαϊκή της ιδιότητα δεν αποτελεί απλώς ένα πολιτικό χαρακτηριστικό, αλλά μια θεσμική και νομική πραγματικότητα που καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί μια σύγχρονη και βιώσιμη διευθέτηση.
Η ετοιμότητα για ουσιαστικό διάλογο δεν ισοδυναμεί με ετοιμότητα για εκπτώσεις επί των αρχών. Αντιθέτως, σημαίνει προσήλωση σε μια διαπραγμάτευση με ξεκάθαρο προσανατολισμό, αυτόν της απελευθέρωσης και απαλλαγής της Πατρίδας μας από τα κατοχικά στρατεύματα και της επανένωσής της μέσα από μια λύση που θα είναι συμβατή με το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο, θα διασφαλίζει τη λειτουργικότητα του κράτους και θα μπορεί να αντέξει στον χρόνο. Η Ιστορία δείχνει ότι οι επιτυχημένες διαπραγματεύσεις δεν προκύπτουν επειδή οι συνθήκες είναι ιδανικές. Προκύπτουν όταν οι ηγεσίες αναγνωρίζουν ότι οι ευνοϊκές συγκυρίες είναι περιορισμένες και επιλέγουν να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί. Η αναμονή, από μόνη της, δεν αποτελεί στρατηγική. Συχνά οδηγεί απλώς στη διατήρηση ή και στην επιδείνωση του προβλήματος.
Η μεγαλύτερη ευθύνη μιας γενιάς δεν είναι να διαχειριστεί το αδιέξοδο, αλλά να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την υπέρβασή του. Αυτό απαιτεί ρεαλισμό χωρίς ηττοπάθεια, αισιοδοξία χωρίς αυταπάτες και αποφασιστικότητα χωρίς ακραίες προσεγγίσεις.
Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να θεωρεί δεδομένο ότι κάθε παράθυρο ευκαιρίας θα ανοίξει ξανά. Η ιστορία των διεθνών σχέσεων διδάσκει ότι οι συγκυρίες μεταβάλλονται, οι προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων αλλάζουν και οι δυνατότητες επίλυσης συχνά χάνονται όταν δεν αξιοποιούνται εγκαίρως. Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη πρόκληση της παρούσας περιόδου να μην είναι μόνο η αναζήτηση μιας λύσης. Είναι να αποδείξουμε ότι διαθέτουμε τη συλλογική ωριμότητα να αναγνωρίσουμε πότε η ιστορία μάς καλεί να αναλάβουμε την ευθύνη των αποφάσεών μας.



