Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού, Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
Η συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στην αμερικανική και διεθνή αγορά δεν αποτελεί απλώς μια εμπορική συναλλαγή, αλλά συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η ενεργειακή ανάγκη μπορεί να ανατρέψει γεωπολιτικές προτεραιότητες, να δοκιμάσει τη συνέπεια των διεθνών κυρώσεων και να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων. Η αρχική ανακοίνωση για διάθεση 300.000 τόνων ρωσικού ντίζελ, με προοπτική σημαντικά μεγαλύτερων ποσοτήτων, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Η Ουάσιγκτον, η οποία πρωτοστάτησε στις κυρώσεις κατά της Μόσχας μετά την εισβολή στην Ουκρανία, εμφανίζεται τώρα να διευκολύνει ενεργειακές συναλλαγές με τη Ρωσία. Η αντίφαση είναι πολιτικά και στρατηγικά ουσιώδης.
Οι τελευταίες εξελίξεις προσδίδουν στο ζήτημα ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την ύπαρξη μιας άμεσης «ενεργειακής εκεχειρίας» μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Ωστόσο, η ουκρανική πλευρά δήλωσε ότι αναμένει συγκεκριμένες διευκρινίσεις, ενώ η Μόσχα δεν είχε επιβεβαιώσει τη συμφωνία. Παράλληλα, καταγγέλθηκαν νέες επιθέσεις εναντίον ουκρανικών ενεργειακών εγκαταστάσεων. Εδώ αναδεικνύεται ένα βαθύτερο γεωπολιτικό παράδοξο. Η Ουκρανία πλήττει ρωσικές ενεργειακές υποδομές επιδιώκοντας να περιορίσει τα έσοδα που χρηματοδοτούν τον πόλεμο. Αντιθέτως, η αμερικανική διοίκηση επιδιώκει τη διατήρηση της ρωσικής ενεργειακής παραγωγής, ώστε να περιορίσει τις διεθνείς τιμές των καυσίμων. Δύο διαφορετικές στρατηγικές, που υποτίθεται ότι υπηρετούν έναν κοινό στόχο, βρίσκονται πλέον σε ουσιαστική σύγκρουση.
Η αντίδραση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος χαρακτήρισε τη συμφωνία δώρο προς τον Πούτιν, αποτυπώνει την ανησυχία ότι η οικονομική ανακούφιση της αμερικανικής αγοράς μπορεί να ενισχύσει τη δυνατότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τον πόλεμο. Εξίσου σημαντικές είναι οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Γερουσιαστές και των δύο κομμάτων αμφισβήτησαν τη συμβατότητα της συμφωνίας με την αμερικανική νομοθεσία περί κυρώσεων. Το ζήτημα, επομένως, υπερβαίνει την εξωτερική πολιτική και αγγίζει την ίδια τη θεσμική συνέπεια της αμερικανικής δημοκρατίας.
Στο υπόβαθρο βρίσκεται ο πόλεμος στο Ιράν, ο οποίος έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές. Η πίεση στις τιμές των καυσίμων, σε συνδυασμό με τις επερχόμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, δημιουργεί ισχυρά πολιτικά κίνητρα για άμεσες παρεμβάσεις. Το ουσιαστικό συμπέρασμα, γενικά, είναι βαθύτερο και αφορά στο ότι όταν η ενεργειακή εξάρτηση καθορίζει τις πολιτικές αποφάσεις, η γεωπολιτική ισχύς αποκτά όρια.
Διότι η πραγματική ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο από τις συμμαχίες που διαμορφώνει, αλλά και από τις εξαρτήσεις που μπορεί να υπερβεί. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες και αμφίβολες, αφού, στον απόηχο της ανακοίνωσης της συμφωνίας ξεκίνησαν ήδη οι αντιδράσεις. Όπως επίσης σε άλλες περιπτώσεις, θα πρέπει να αναμένουμε τους τρόπους με τους οποίους θα εφαρμοστεί η συμφωνία, πώς αυτή θα επηρεάσει πραγματικά την ενεργειακή κρίση και τις τιμές του πετρελαίου και πώς οι ίδιες οι εξελίξεις επί του πολεμικού πεδίου θα καθορίσουν την ισχύ της συμφωνίας.



