Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού, Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
Σε μια εποχή όπου περισσότεροι από 120 ένοπλοι πόλεμοι και συγκρούσεις βρίσκονται σε εξέλιξη παγκοσμίως, η ειρήνη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια αφηρημένη πολιτική επιδίωξη ή ως ένα ιδανικό χωρίς νομικό περιεχόμενο. Αντιθέτως, η ειρήνη αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο ως ανθρώπινο δικαίωμα, στενά συνδεδεμένο με την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ζωής και της βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, παρά τη σημασία του, το δικαίωμα στην ειρήνη εξακολουθεί να αποτελεί ίσως το λιγότερο ανεπτυγμένο και το πλέον παραμελημένο ανθρώπινο δικαίωμα στο διεθνές δίκαιο.
Η εξέλιξη της σχετικής διεθνούς νομοθεσίας υπήρξε σταδιακή. Η Διακήρυξη για την Προετοιμασία των Κοινωνιών για Ζωή στην Ειρήνη του 1978 και η Διακήρυξη για το Δικαίωμα των Λαών στην Ειρήνη του 1984 αποτέλεσαν τα πρώτα σημαντικά βήματα, με τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών να αναγνωρίζει την ειρήνη ως «ιερό δικαίωμα» των λαών. Η σημαντικότερη όμως εξέλιξη ήρθε το 2016, όταν η Γενική Συνέλευση υιοθέτησε τη Διακήρυξη για το Δικαίωμα στην Ειρήνη, σύμφωνα με την οποία κάθε άνθρωπος δικαιούται να απολαμβάνει την ειρήνη, ώστε να προάγονται και να προστατεύονται όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και να επιτυγχάνεται η ανάπτυξη.
Παρά ταύτα, η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να μην έχει καταλήξει σε συναίνεση σχετικά με τη νομική φύση, το περιεχόμενο και την έκταση του δικαιώματος αυτού. Δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς το αν πρόκειται για ατομικό ή συλλογικό δικαίωμα, ποιες είναι οι θετικές
και αρνητικές υποχρεώσεις των κρατών, ούτε ποιοι φορείς, κρατικοί ή μη κρατικοί, υπέχουν ευθύνη για την προστασία του. Αυτή η αβεβαιότητα περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα δικαστικής επίκλησης και αποτελεσματικής εφαρμογής του.
Παράλληλα, παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των περιφερειακών συστημάτων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Σύστημα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της ASEAN αναγνωρίζει τόσο ατομική όσο και συλλογική διάσταση του δικαιώματος στην ειρήνη, ενώ ο Αφρικανικός Χάρτης Ανθρωπίνων και Δικαιωμάτων των Λαών κατοχυρώνει το δικαίωμα των λαών στην εθνική και διεθνή ειρήνη.
Αντίθετα, το ευρωπαϊκό, το διαμερικανικό και το αραβικό σύστημα, αν και συνδέουν στενά την ειρήνη με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν προβλέπουν ρητή κατοχύρωσή της ως αυτοτελούς δικαιώματος. Σε εθνικό επίπεδο, χώρες όπως η Ιαπωνία, ο Ισημερινός, η
Κολομβία, η Βολιβία και το Κονγκό έχουν ενσωματώσει σχετικές διατάξεις στα συντάγματά τους ή έχουν αναπτύξει σχετική νομολογία.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η σύγχρονη έννοια της ειρήνης δεν ταυτίζεται πλέον με την απλή απουσία πολέμου. Η ειρήνη αποτελεί προϋπόθεση κοινωνικής δικαιοσύνης, ισότητας, δημοκρατικής διακυβέρνησης και βιώσιμης ανάπτυξης. Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα σε συνθήκες βίας, ανασφάλειας και εκτεταμένων συγκρούσεων. Αντίστοιχα, χωρίς σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, η ειρήνη παραμένει εύθραυστη και προσωρινή.
Δεν είναι τυχαίο ότι ολοένα περισσότεροι μελετητές προσεγγίζουν το δικαίωμα στην ειρήνη ως τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των τριών βασικών πυλώνων των Ηνωμένων Εθνών, ήτοι της ειρήνης και ασφάλειας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της βιώσιμης ανάπτυξης. Η
προσέγγιση αυτή αντανακλά και το πνεύμα της Ατζέντας 2030, η οποία αναγνωρίζει ότι χωρίς ειρηνικούς και ισχυρούς θεσμούς δεν μπορεί να επιτευχθεί βιώσιμη ανάπτυξη. Η πραγματική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια δεν είναι απλώς η θεωρητική αναγνώριση του δικαιώματος στην ειρήνη. Είναι η μετατροπή του σε ένα πραγματικά καθολικό, αξιακό και εφαρμοστέο ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο θα δημιουργεί συγκεκριμένες νομικές υποχρεώσεις για τα κράτη και ουσιαστική προστασία για κάθε άνθρωπο. Διότι, σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις γίνονται ολοένα πιο πολύπλοκες, η ειρήνη δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά τη θεμελιώδη προϋπόθεση για την άσκηση όλων των υπόλοιπων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.



