Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού, Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
Η πρόσφατη επικύρωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης συνιστά μια σημαντική γεωπολιτική εξέλιξη, η οποία επαναπροσδιορίζει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν μεταβάλλει, ωστόσο, το ισχύον Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας ούτε νομιμοποιεί διεκδικήσεις εις βάρος τρίτων κρατών. Αυτή ακριβώς η διάκριση μεταξύ νομικής πραγματικότητας και γεωπολιτικής ισχύος αποτελεί τον πυρήνα της νέας περιφερειακής πρόκλησης και πρέπει να γίνεται σαφώς κατανοητή.
Το Μνημόνιο, που υπογράφηκε τον Νοέμβριο του 2019 μεταξύ Τουρκίας και της τότε κυβέρνησης της Τρίπολης, επιχειρεί να καθορίσει θαλάσσιες ζώνες παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα ελληνικών νησιών. Η μεταβολή της στάσης της Ανατολικής Λιβύης, η οποία προηγουμένως αντιτασσόταν στη συμφωνία, αποτελεί αναμφισβήτητη διπλωματική επιτυχία της Άγκυρας. Η Τουρκία κατάφερε να αναπτύξει διαύλους επιρροής τόσο στη Δυτική όσο και στην Ανατολική Λιβύη, αξιοποιώντας τις εσωτερικές πολιτικές αντιθέσεις και τις μεταβαλλόμενες περιφερειακές συμμαχίες.
Η προσέγγιση με το στρατόπεδο Χαφτάρ αναδεικνύει μια ουσιαστική πραγματικότητα, ότι, δηλαδή, στη διεθνή πολιτική, οι συμμαχίες δεν είναι στατικές. Η ελληνική διπλωματία καλείται επομένως να επανεκτιμήσει τις στρατηγικές της παραδοχές, χωρίς αυτό να συνεπάγεται υποχώρηση από τις θεμελιώδεις νομικές της θέσεις.
Από νομικής πλευράς, η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS III) αναγνωρίζει καταρχήν στα νησιά δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις και διαφοροποιήσεις κατά την οριοθέτηση. Η διεθνής νομολογία επιβάλλει την αναζήτηση δίκαιης λύσης, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές γεωγραφικές περιστάσεις. Κυρίως, όμως, ισχύει η θεμελιώδης αρχή ότι μια διμερής συμφωνία δεν μπορεί να δημιουργεί υποχρεώσεις για τρίτα κράτη χωρίς τη συναίνεσή τους.
Η γεωπολιτική διάσταση εκτείνεται πέραν της Ελλάδας. Η Αίγυπτος καλείται να ισορροπήσει μεταξύ των στρατηγικών της σχέσεων με την Ανατολική Λιβύη, της προσέγγισης με την Τουρκία και της προστασίας των θαλάσσιων συμφερόντων της. Προς
τούτο, όμως, ιδιαίτερης σημασίας αποτελεί η κοινή δήλωση της Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου, Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Ευρωπαϊκής Ένωσης με την οποία χαρακτηρίζεται άκυρο το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ως επίσης και η δήλωση του Γενικού
Γραμματέα του ΟΗΕ προς σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, οι προκλήσεις είναι πρωτίστως στρατηγικές και ενεργειακές. Η ενίσχυση της τουρκικής επιρροής ενδέχεται να δημιουργήσει πρόσθετη αβεβαιότητα για υποθαλάσσιες διασυνδέσεις, ενεργειακές επενδύσεις και περιφερειακές υποδομές. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη οφείλει συνεπώς να αποκτήσει ουσιαστικό επιχειρησιακό περιεχόμενο και όχι μόνο διαλεκτικό.
Το επόμενο κρίσιμο στάδιο δεν αφορά τις διπλωματικές δηλώσεις, αλλά πιθανές σεισμικές έρευνες, αλληλοεπικαλυπτόμενες αδειοδοτήσεις και δραστηριότητες σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές. Εκεί εντοπίζεται ο πραγματικός κίνδυνος δημιουργίας τετελεσμένων. Η απάντηση Ελλάδας και Κύπρου πρέπει να συνδυάζει νομική τεκμηρίωση, ενεργητική
διπλωματία, περιφερειακές συνεργασίες και θεσμική ανθεκτικότητα. Διότι η γεωγραφία δεν αλλάζει με ψηφοφορίες και το Διεθνές Δίκαιο δεν αναθεωρείται με γεωπολιτικές συμφωνίες.
Η πραγματική πρόκληση είναι η αποτελεσματική υπεράσπισή του σε έναν κόσμο όπου η ισχύς επιχειρεί διαρκώς να διαμορφώσει την πραγματικότητα.



