Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού, Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
Ο πόλεμος του 2026 μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν ανέδειξε κάτι που συχνά παραβλέπεται στις διεθνείς σχέσεις, ότι δηλαδή ακόμη και οι στενότεροι σύμμαχοι δεν ταυτίζονται πάντοτε ως προς τους τελικούς στρατηγικούς τους στόχους. Παρά τη στενή στρατιωτική συνεργασία Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν, οι τελευταίες εξελίξεις αποκαλύπτουν ότι οι δύο πλευρές προσεγγίζουν διαφορετικά το επιθυμητό «τέλος του παιχνιδιού».
Για το Ισραήλ, το Ιράν αποτελεί πρωτίστως μια υπαρξιακή απειλή. Η στρατηγική του επικεντρώθηκε στην εξουδετέρωση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, στην καταστροφή του πυρηνικού και βαλλιστικού της προγράμματος και στην αποδυνάμωση του δικτύου των περιφερειακών συμμάχων της, ιδίως της Χεζμπολάχ. Από ισραηλινής σκοπιάς, η δημιουργία ενός αδύναμου, κατακερματισμένου ή ακόμη και μετασχηματισμένου Ιράν θα μείωνε δραστικά την απειλή που αντιμετωπίζει το εβραϊκό
κράτος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντιθέτως, φαίνεται να προσέγγισαν τη σύγκρουση με πιο περιορισμένους στόχους. Η Ουάσιγκτον επιδίωξε να υποβαθμίσει τις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, να αποτρέψει την απόκτηση πυρηνικών όπλων και να περιορίσει την περιφερειακή του επιρροή, χωρίς απαραίτητα να επιδιώκει την πλήρη κατάρρευση του καθεστώτος. Η αμερικανική ηγεσία είχε να σταθμίσει και μια σειρά από ευρύτερα συμφέροντα, όπως τη σταθερότητα των ενεργειακών αγορών, την αποφυγή μιας παρατεταμένης περιφερειακής ανάφλεξης και τις οικονομικές επιπτώσεις στο διεθνές σύστημα.
Αυτή η διαφορά προτεραιοτήτων έγινε ιδιαίτερα εμφανής τις τελευταίες εβδομάδες. Ενώ το Ισραήλ συνέχισε να υποστηρίζει μια στρατηγική διαρκούς πίεσης κατά του Ιράν και των συμμάχων του, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις που οδήγησαν σε ένα προκαταρκτικό Μνημόνιο Κατανόησης με την Τεχεράνη. Η συμφωνία προβλέπει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, την παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και μια περίοδο εξήντα ημερών για διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα και τις κυρώσεις.
Το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν συμμετείχε άμεσα στις διαπραγματεύσεις και ότι εξέφρασε επιφυλάξεις για τη συμφωνία αποτελεί ένδειξη των υπαρκτών αποκλίσεων. Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν θεωρούν πως οι αμερικανικές διπλωματικές πρωτοβουλίες δεσμεύουν τις δικές τους επιλογές ασφαλείας, ιδιαίτερα όσον αφορά τη Χεζμπολάχ και τον Λίβανο. Παράλληλα, το Ιράν φαίνεται να εξέρχεται της σύγκρουσης πιο ανθεκτικό από ό,τι πολλοί προέβλεπαν. Παρά τα σοβαρά πλήγματα που υπέστη, το καθεστώς επιβίωσε, διατήρησε σημαντικό μέρος των πυραυλικών του δυνατοτήτων και κατάφερε να χρησιμοποιήσει τα Στενά του Ορμούζ ως ισχυρό διαπραγματευτικό μοχλό. Αυτό έχει προκαλέσει ανησυχία σε αρκετά κράτη του Κόλπου, τα οποία πλέον επανεξετάζουν τις στρατηγικές τους ισορροπίες.
Το πραγματικό διακύβευμα σήμερα δεν είναι μόνο το μέλλον του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Είναι το κατά πόσο η Μέση Ανατολή θα εισέλθει σε μια νέα περίοδο σχετικής σταθερότητας ή σε μια «μόνιμη κρίση» χαμηλής έντασης, όπου οι εχθροπραξίες θα επανέρχονται περιοδικά χωρίς οριστική λύση. Τα Στενά του Ορμούζ, οι περιφερειακές συμμαχίες του Ιράν, το μέλλον της Χεζμπολάχ και η αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής παραμένουν ανοικτά ζητήματα. Η ουσία είναι ότι, ενώ Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ πολέμησαν μαζί, δεν φαίνεται να οραματίζονται ακριβώς την ίδια ειρήνη. Και συχνά στην ιστορία, οι διαφορές για την ειρήνη αποδεικνύονται πιο σημαντικές από τη συμφωνία για τον πόλεμο.



