Α.ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Ο Μάκης Γεωργάλλας είναι από τους αδικημένους ιστοριογραφικά ήρωες της ΕΟΚΑ .
Τέκνο πολύτεκνης παραδοσιακής οικογένειας του Μαραθόβουνου μεγάλωσε σε κλίμα αγάπης ,συνεργασίας και θυσιαστικότητος.Άνθρωπος φύσει τολμηρός και έξυπνος πέρασε για πολλά έτη τον ετήσιο κύκλο αγροτικών εργασιών και ως φύλακας των ποστανιών και των οικογενειακών καλλιεργειών επέδειξε πολλές φορές θάρρος και ευστροφεία.
Περατώσας τη φοίτηση του με συνέπεια και επιτυχίες στο Δημοτικό του Μαραθόβουνου ενεγράφει στο ξακουστό Παγκύπριο Γυμνάσιο.Το ίδιο έπραξαν σταδιακά και τα άλλα αδέλφια του .Κατοικούσαν με την αδελφή τους στην εντός των τειχών Λευκωσία .Όταν έφτασαν στην Λευκωσία τα έτη 1948 και 1949 άκμαζε η ΟΧΕΝ στη γειτονική τους Εκκλησία της Φανερωμένης.Η λα ική ευσέβεια και η παραδοσιακή θέαση και βίωση του ανθρωπίνου βίου που επί δωδεκαετία αποτελούσε μαζί με την εγκύκλια ελληνική παιδεία της εποχής την θεμελιακή ρίζα του Γεωργάλλα και των αδελφιών και της σύνολής του οικογενείας συνάντησε συστηματική μελέτη της Καινής Διαθήκης και της Αγίας Γραφής συνολικά.Είναι ενδεικτικό πως περί το έτος 1954 ο Μάκης έχει βαθιά γνώση των Ευαγγελίων και των Αποστόλικών Επιστολών και των Πράξεων των Αποστόλων αφου στους εφηβικύς του διαλόγους απαντα με αποσπάσματα της Βίβλού από στήθους.
Η μετοχή του στην εκκλησιαστική και κατηχητική ζωή της πρωτευούσης της νήσου δεν είναι απλά τυπική.Όπως και στην περίπτωση του Ιάκωβου Πατάτσου αλλά και άλλων νέων της εποχής εκείνης
είναι μετοχή με καλλιέργεια ψυχής και με αντανακλάσεις δυναμισμού και μαρτυρίας.Σταδιακά ο Μάκης θα εξελιχτει σε ηγετική μορφή του κατηχητικού αμπελώνα της Λευκωσίας και νωρίς από το 1954 πέρα από τα καθήκοντά του ως ομαδάρχης Κατασκηνώσεων και ως κατηχητής στο ναό της Χρυσαλιννιώτισσας θα ορκιστεί και θα ενταχτει στην ΕΟΚΑ όπως όλοι σχεδόν οι εκλεκτοι της ΟΧΕΝ στη Λευκωσία ,Λεμεσό και Λάρνακα.
Β.ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ Κ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΓΙΩΡΓΑΛΛΑ
Ο Ανδρέας Φυλακτού κορυφαία πνεύματικη προσωπικότητα της Κύπρου,συγγραφέας αξιόλογος,φιλόλογος και για έτη στέλεχος του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου και τέλος Διευθυντής του Υπουργείου μαρτυρεί κατά το 2007 για τον πολύ σημαντικό φίλο του από τα μαθητικά χρόνια ήρωα Μάκη ΓΙΩΡΓΑΛΛΑ:
" Τα πενήντα χρόνια που συμπληρώθηκαν την τελευταία μέρα του χρόνου που μας πέρασε, όχι μόνο δε ξεθώριασαν τη μορφή του, αλλά την έκαναν ακόμη πιο φωτεινή και πιο καθαρή. Όσοι είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν από κοντά, θυμούνται τον αγνό ιδεαλιστή, το γνήσιο άνθρωπο, τον προσηλωμένο στο καθήκον προς την πατρίδα και την ορθοδοξία, τον αφοσιωμένο στις ιδέες και στις πεποιθήσεις του. Στις τις ιδέες αυτές που αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις να επικρατήσουν, πρόσφερε θυσία τον ίδιο τον εαυτό του. Ήταν ο έφηβος με τις αγνές προθέσεις, τον πύρινο ενθουσιασμό και το αδάμαστο θάρρος. Ανήκε στη γενιά εκείνη των νέων που ήταν ενταγμένοι στις χριστιανικές μαθητικές ομάδες της δεκαετίας του ’50 και που έδωσαν πολλά μέλη τους στη στρατιωτική οργάνωση που είχε αναλάβει τη διεξαγωγή του απελευθερωτικού αγώνα του κυπριακού Ελληνισμού.
Η γνωριμία με το Μάκη ξεκίνησε το καλοκαίρι που προηγήθηκε της χρονιάς της έναρξης του ένοπλου αγώνα, στην κατασκήνωση των Κατηχητικών στον Άγιο Νικόλαο της Στέγης, κοντά στην Κακοπετριά. Εκείνος μαθητής της πέμπτης τάξης και ο συντάκτης του άρθρου αυτού μαθητής της δεύτερης τάξης του Γυμνασίου. Στην κατασκήνωση εκείνη, που οργανωνόταν από την Αρχιεπισκοπή, συμμετείχαν μαθητές και από άλλα μέρη του νησιού, μαζί μ’ εκείνους της Λευκωσίας. Ο Γιωργάλλας ήταν μαθητής του Παγκυπρίου Γυμνασίου και ο γράφων μαθητής του Ελληνικού Γυμνασίου Πάφου. Τον φωνάζαμε Μάκη και όχι Μιχάλη ή Μιχαήλ, γιατί έτσι καθιερώθηκε το όνομά του από τον ίδιο και γιατί με το όνομα αυτό ακόμα και σήμερα οι φίλοι του τον αισθάνονται πιο κοντά τους. Εξάλλου, και ο «Μάστρος» του, ο Γρηγόρης Αυξεντίου, έτσι τον αποκαλούσε.
Παρόλο το νεαρό της ηλικίας του, ο Γιωργάλλας έδειχνε μια εντυπωσιακή ωριμότητα που μόνο σε ανθρώπους με πολλή γνώση και με πλούσιες εμπειρίες μπορείς να συναντήσεις. Στις συζητήσεις μας, που περιστρέφονταν γύρω από τα θέματα που απασχολούσαν τότε τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην αφετηρία της νεότητάς τους - άλλοι καιροί, άλλες αξίες - είχε πάντοτε τη δική του άποψη και θέση, που στηριζόταν πάνω στα διαβάσματά του και στις δικές του συμπυκνωμένες εμπειρίες, όσες πρόλαβε στη σύντομη ζωή του να αποκτήσει. Διάβαζε πολύ τα ιερά βιβλία, αλλά και την ελληνική λογοτεχνία. Θυμόταν απ’ έξω, και μας εντυπωσίαζε γι’ αυτό, ολόκληρες περικοπές από τις Πράξεις των Αποστόλων και από τις επιστολές του Απόστολου Παύλου. Ήταν ένα βαθιά θρησκευόμενο άτομο, από το οποίο έλειπε εντελώς η προσποίηση, ο εγωισμός ή η επίδειξη. Με τα επιχειρήματά του και όχι γιατί ήταν μεγαλύτερός μας, μας έπειθε για την ορθότητα των απόψεών του. Καμιά φορά στη μικρή ηλικία και τα δυο και τα τρία χρόνια κάνουν διαφορά. Διέθετε πολύ χιούμορ και ήταν εξαιρετικά ευχάριστος στις συντροφιές.
Ήταν λεπτός, σχεδόν ξερακιανός, με οστεώδες πρόσωπο που θύμιζε βυζαντινές αγιογραφίες ή προσωπογραφίες του Ελ Γκρέκο. Δεν έδινε σημασία στο ντύσιμό του και στην εμφάνισή του. Οπωσδήποτε, φρόντιζε περισσότερο για το πώς θα «λαμπρύνει την στολήν της ψυχής», παρά την εξωτερική του εμφάνιση. Η αφοσίωσή του στον εξωραϊσμό του εσωτερικού του κόσμου με αρετές, η αναζήτηση της τελειότητας για τον εαυτό του δεν του άφηνε χρόνο ούτε και άλλο ενδιαφέρον για το ένδυμα του σώματος. Πάνω απ’ όλα για τον έφηβο Μάκη ήταν το ξαλάφρωμα της ψυχής, για τη σωτηρία της οποίας έδινε όλο του το είναι.
Δίπλα στον αγώνα του για ηθική τελείωση, βρισκόταν ο αγώνας του λαού του για αποτίναξη του βρετανικού ζυγού και για ένωση με την Ελλάδα. Γνήσιος πατριώτης, χωρίς καμιά τάση επίδειξης ή επιβολής της άποψής του, παρακολουθούσε από κοντά όλα τα διαδραματιζόμενα στο νησί, αλλά και στη διεθνή σκηνή, από την ειδησεογραφία των εφημερίδων και του ελληνικού ραδιοφώνου. Εντάχθηκε από τους πρώτους στην ΕΟΚΑ, στις ομάδες της Λευκωσίας και υστερότερα βρέθηκε δίπλα στο Σταυραετό του Μαχαιρά να πολεμά με όλο του το πάθος αυτούς που επέμεναν με όλο τους το πείσμα να κρατούν σιδηροδέσμιο έναν ολόκληρο λαό. Αισθάνθηκε έντονα «τον καημό του θανάτου», την τιμωρία της αδικίας και πίστεψε πως έπρεπε να δοθεί «φωτιά στην άνομη φωτιά». Η Ζωοπηγή, χιλιόμετρα μακριά από το λίκνο του, το Μαραθόβουνο, ήταν ο βωμός της θυσίας των είκοσι χρόνων της νιότης του και το πέρασμά του στην πηγή της ζωής και στην αιωνιότητα.
Κάθε φορά που δρασκελίζει το κατώφλι του Παγκυπρίου Γυμνασίου κάποιος που γνώρισε από κοντά το Μάκη Γιωργάλλα, η ολόλαμπρη μορφή, λουσμένη στο φως, έρχεται στη μνήμη του και το χαμόγελό του γεμάτο αισιοδοξία και αποφασιστικότητα διώχνει από το μυαλό τη σκέψη ότι δε βρίσκεται εδώ ανάμεσά μας. Είναι εδώ, με τον αέρα του εφήβου, αρυτίδωτος και γενναίος, «με το μένος της αθωότητας», όπως ήταν ακριβώς πριν από μισό, περίπου, αιώνα, όταν δρασκελούσε το κατώφλι της αθανασίας."
Γ.Ο ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΙΣΤΟΡΕΙ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΊΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΜΑΚΗ ΓΙΩΡΓΑΛΛΑ
ΒΡΑΔΥ Κυριακής, 30 του Δεκέμβρη 1956. Ο απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ συνεχίζεται και η ομάδα του τομεάρχη Πιτσιλιάς Γρηγόρη Αυξεντίου (Αίαντα), βρίσκεται στο σπίτι του αγωνιστή Μηνά Μηνά, στο χωριό Ζωοπηγή της Λεμεσού. Το χωριό είναι χιονισμένο και η νύχτα δύσκολη, με τσουχτερό κρύο, παγωνιά, που τρυπούσαν κόκαλα…
ΤΟ ΣΠΙΤΙ του Μηνά, φιλόξενο και ζεστό πάντα, αποτελούσε συχνή καταφυγή για τους αντάρτες. Η ομάδα Αυξεντίου, από τον ίδιο και τους αντάρτες Φειδία Συμεωνίδη, Αυγουστή Ευσταθίου, Ανδρέα Στυλιανού, Αντώνη Παπαδόπουλο και Μάκη (Μιχαήλ) Γιωργάλλα, είχε δειπνήσει με τους νοικοκυραίους από νωρίς και μετά τις εννιά όλοι πήγαν για ύπνο. Οι αγωνιστές στο κρησφύγετό τους, που ήταν κάτω από το τζάκι – ένα χώρο ασφαλή και εκτός υποψίας – και το ζεύγος Μηνά στο υπνοδωμάτιό του, παρ’ όλο που ο Μηνάς είχε και την υποχρέωση να είναι εκτελεί και χρέη σκοπού. Σ’ ένα παλιό σπίτι, μακρυνάρι, ακριβώς κάτω από τον κύριο δρόμο του χωριού, με την τσιμεντένια πλάκα του να είναι φάδι με το δρόμο.
Ακάλεστοι επισκέπτες, προδότες και επικουρικοί
ΗΤΑΝ περασμένα τα μεσάνυχτα, όταν ακούστηκε αυτοκίνητο να πλησιάζει, να σταματά σε μικρή απόσταση από το σπίτι και σε λίγο να ακούονται φωνές:
– Ε κουμπάρε Μηνά! Ε Μηνάααα!..
Ο Μηνάς άκουσε μεν, αλλά δεν αποκρίθηκε. Ούτε και βγήκε από το σπίτι. Όμως οι φωνές συνέχιζαν. Πιο δυνατές και άγριες όσο πήγαιναν.
– Μηνάααα…Ε, Μηνάααα!…
Σηκώθηκε, βγήκε στο δρόμο και προχώρησε προς τους άγνωστους που ήσαν εκεί. Δυο από αυτούς, τους αναγνώρισε. Ήσαν οι προδότες Αντρέας Αντωνιάδης, «Κεραυνός», από το Φοινί και ο Νίκος Τσούκκας, από το Λιμνάτι. Μαζί τους και δύο Τούρκοι επικουρικοί, με ρούχα πολιτικά. Δεν τον άφησαν τους πλησιάσει εντελώς, όταν, σαν από συνεννόηση, όρμησαν όλοι απάνω του με άγριες διαθέσεις, καλώντας τον «να πει αυτούς που ήσαν στο σπίτι του να παραδοθούν»!
– Μα κανένας δεν υπάρχει στο σπίτι μου, τους είπε και τους ξανάπε, αυτοί όμως συνέχιζαν να του επαναλαμβάνουν το ίδιο και να τον τραβούν από τα χέρια.
ΜΠΡΟΣΤΑ στον κίνδυνο να τον λυντσάρουν, αλλά και να τον σκοτώσουν, ο Μηνάς σκέφτηκε να βάλει τις φωνές. Άρχισε λοιπόν να φωνάζει δυνατά και να ταράζει τη σιγαλιά που απλωνόταν απ’ άκρου σ’ άκρη στο χωριό. Έκανε τη σκέψη – και πολύ σωστά – ότι υπό τις δοσμένες συνθήκες, μόνο με τον τρόπο αυτό θα ξυπνούσε και θα ειδοποιούσε τους αντάρτες. Και το κατάφερε.
Ο ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ, που λαγοκοιμόταν πάντα, άκουσε τις φωνές, πήρε το όπλο του, ένα γερμανικό αυτόματο «Τόμσον», και βγήκε από το κρησφύγετο, ενώ αφύπνισε και τους άλλους. Δεν πρόλαβε να πάει πέντε βήματα στην αυλή του σπιτιού, προς τα σκαλιά που κατέληγαν στο δρόμο, και ξοπίσω του ερχόταν τρέχοντας ο Γιωργάλλας. Το γενναίο παλικάρι του Μαραθοβούνου, που είχε πριν από μήνες αποδράσει με άλλους αγωνιστές από τα Κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς και εντάχθηκε στην ομάδα Αυξεντίου. Η έναρξη του αγώνα τον είχε βρει τελειόφοιτο του Παγκυπρίου Γυμνασίου και μέσα από την τάξη του έδωσε τον όρκο της ΕΟΚΑ, δραστηριοποιηθείς στις ομάδες εκτελεστικού της Λευκωσίας. Ήταν γενναίος, τολμηρός και αποφασιστικός και, δικαιωματικά, τύγχανε του θαυμασμού των συναγωνιστών του. Συνελήφθη μετά από προδοσία και μεταφέρθηκε στα Κρατητήρια, όπως πολλοί άλλοι αγωνιστές.
Ο Γιωργάλλας νεκρός, γαζωμένος από σφαίρες!
Ο ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ δεν είχε πει σε κανένα να τον ακολουθήσει, όμως ο Γιωργάλλας δεν έμεινε μέσα στο κρησφύγετο. Με το που βγήκε ο «Μάστρος», τον ακολούθησε αρπάζοντας μάλιστα, στη σύγχυση και στη βιασύνη του απάνω, το αυτόματο του Αυγουστή αντί το δικό του όπλο. Ο Αυξεντίου, βγαίνοντας στο δρόμο, προχωρούσε με προσοχή σκυφτός, με κάλυψη το μικρό περιτοίχισμα που περιτριγύριζε την ταράτσα του σπιτιού του Μηνά, αλλά και το πυκνό σκοτάδι. Με τον τρόπο αυτό πλησίαζε σιγά-σιγά προ το μέρος όπου ήταν ο Μηνάς και οι νυχτερινοί απρόσκλητοι επισκέπτες, την ώρα ακριβώς που και ο Γιωργάλλας είχε φτάσει στο δρόμο. Ατυχώς, ο νεαρός αρχάγγελος της λευτεριάς, δεν ακολούθησε την ίδια ασφαλή πορεία όπως και ο Αυξεντίου, αλλά την αντίθετη, σκυφτός στα ριζά της όχθης του δρόμου.
Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ αυτή του Γιωργάλλα στάθηκε μοιραία γι’ αυτόν. Ένας από τους επικουρικούς τον είδε και του έριξε αμέσως ριπή.
-Τα,τα,τα, τατ… Τα, τατ…
Κι αμέσως μια δεύτερη.
Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ κοντινή, ο Γιωργάλλας χωρίς καμιά κάλυψη, με αποτέλεσμα οι σφαίρες να τον γαζώσουν. Χωρίς καν να προλάβει κι ο ίδιος να ρίξει έστω και μια σφαίρα!. Λαβώθηκε πολύ σοβαρά στο στήθος, οπότε στράφηκε προς τα πίσω και, με το άλικο αίμα του να κάνει γραμμή στην άσφαλτο κινήθηκε βιαστικά προς τα σκαλιά για να κατεβεί στο σπίτι. Ακριβώς τη στιγμή εκείνη, και αφού ο Αυξεντίου είδε τι είχε γίνει, με μια παρατεταμένη ριπή σκότωσε τον ένα από τους επικουρικούς, ενώ ο άλλος και οι δύο προδότες έσπευσαν αλαφιασμένοι να μπουν βιαστικά στο αυτοκίνητό τους και να εγκαταλείψουν με μεγάλη ταχύτητα το χωριό.
Ο ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ έτρεξε τότε προς τα πίσω, για να δει τι απέγινε τελικά ο Γιωργάλλας. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά τον πρόλαβε και ο Μηνάς, και εκεί ακριβώς που τέλειωναν τα τσιμεντένια σκαλοπάτια, στο δάπεδο της αυλής, δίπλα από τον τοίχο του σπιτιού, έκανε τριγκλίζοντας τα τελευταία βήματα της ζωής του ο Γιωργάλλας. Αυξεντίου και Μηνάς πάγωσαν, ακούοντας να βγαίενι από το στόμα του υπόκωφη η φράση «μάστε μου πεθαίνω…ζήτω η Ελλ..!» Το αίμα τού είχε ήδη φράξει το λάρυγγα, ώστε δεν πρόλαβε να συμπληρώσει τη λέξη Ελλάς! Την Ελλάδα με την οποία αγωνιζόταν να ενώσει την πολύπαθη Κύπρο. Την Ελλάδα, που λάτρεψε και την έκανε τραγούδι. Την Ελλάδα που ήταν το βίωμα, η ελπίδα και καταφυγή του…
Πορεία στα χιόνια, σ’ ένα άγριο τοπίο..
Ο ΞΑΦΝΙΚΟΣ και αναπάντεχος θάνατος του Γιωργάλλα, που ήταν μόλις 19 χρονών, προκάλεσε ταραχή και ανατριχίλα στους άλλους αντάρτες. Δεν είχαν όμως καιρό για μοιρολόγια. Έπρεπε χωρίς καθυστέρηση να φύγουν από τη Ζωοπηγή γιατί κινδύνευαν και οι ίδιοι. Ήξεραν πως οι προδότες θα έφερναν το συντομότερο το στρατό. Ο Αυξεντίου, που είχε στο πόδι ένα ελαφρύ τραύμα από σφαίρα, στο πίσω μέρος της γάμπας πάνω από το γόνατο, δεν ασχολήθηκε καθόλου μ’ αυτό, εκτός από λίγο οινόπνευμα για να φύγει το αίμα. Πειστικός μάρτυρας του τραυματισμού του, το τρυπημένο από τη σφαίρα παντελόνι του. Έδωσε αμέσως διαταγή να ειδοποιήσουν την τοπική ομάδα της ΕΟΚΑ, να φροντίσει για τη μυστική ταφή του ήρωα και να ετοιμαστούν για άμεση αναχώρηση.
ΚΙ ΑΥΤΟ έγινε. Έκλεισαν το κρησφύγετο, πήραν τα όπλα και μερικά ρούχα που είχαν και πήραν την ανηφόρα προς το βουνό. Μαζί τους και ο Μηνάς, αφού, μετά από το ό,τι έγινε, δεν μπορούσε πια να μείνει στο χωριό. Προορισμός τους τα λημέρια της Παπούτσας, η πέτρινη βουνοσειρά βόρεια του Παλαιχωριού και ανατολικά του Αγίου Θεοδώρου.
Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥΣ πολύ δύσκολη, επικίνδυνη και αφάνταστα κοπιώδης. Στα κατασκότεινα προώθηση προς τα πάνω, παρέα με σκαμπανεβάσματα, λάκκους και εξάρσεις-παγίδες του εδάφους ανάμεσα σ’ ένα άγριο τοπίο, με το χιόνι να ξεπερνά τα γόνατα και το κρύο να πιρουνιάζει το κορμί. Ειδικά καταπονημένα τα πόδια, αφού πνίγονταν συνέχεια μέσα στον λευκό θάνατο! Όσο για τα χέρια, στην κυριολεξία ξερά από την πολύ χαμηλή θερμοκρασία, όμως σταθερά συνέχιζαν να βαστάζουν όπλα και γυλιούς και να προχωρούν. Όλο να προχωρούν!..
ΠΛΗΣΙΑΖΕ να ξημερώσει, όταν, επιτέλους, είχαν φτάσει στα λημέρια, με τα τρία κρησφύγετά του σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο, στη νότια πλευρά του βουνού.
Πρώτη ταφή στη Ζωοπηγή, δεύτερη στον Μαραθόβουνο…....
ΣΤΗ ΖΩΟΠΗΓΗ, οι αγωνιστές του χωριού αφύπνισαν τον ιερέα Παπαευριπίδη, μυημένο κι αυτόν στην ΕΟΚΑ και τέλεσε την κηδεία με συνοπτική διαδικασία στο κοιμητήριο του χωριού. Μέσα στο χιόνι άνοιξαν βιαστικά τάφο και έθαψαν εκεί τον ηρωικό νεκρό, όμως δεν μπορούσαν και να απαλείψουν τα αποτελέσματα της εργασίας που έγινε. Έτσι, με το που ξημέρωσε, οι Άγγλοι στρατιώτες, που είχαν ζώσει το χωριό, επέβαλαν κατ’ οίκον περιορισμό και άρχισαν εκτεταμένες έρευνες, ανακάλυψαν τον τάφο, από το νωπό χώμα που σκέπαζε το νέο ένοικο του πάνθεου της αθανασίας Μάκη Γιωργάλλα. Τον ξέθαψαν, τον πήραν στο Νοσοκομείο και τον παράδωσαν στους δικούς του για ταφή, που έγινε στην παρουσία χιλιάδων λαού στη γενέτειρά του Μαραθόβουνο.
(Αρχείο Νίκου Παπαναστασίου-απόσπασμα)
Δ.Ο Μάκης Γιωργάλλας και η συμβολή του στην απόδραση από το Φρούριο της Κερύνειας
Ο συγγραφέας και κοινωνικός εργάτης καθώς και κορυφαίος ιστοριοδίφης Πέτρος Στυλιανού διασωζει με μαρτυρία του μια άγνωστη πτυχή του ηρωικού βίου του Μάκη Γιωργαλλα
" Συμπληρώθηκαν κιόλας 62 ολόκληρα χρόνια από τότε που –στις 31 του Δεκέμβρη του 1956– ο Μάκης Γιωργάλλας, ακολουθώντας τη φωνή του εθνικού χρέους, έδινε τη μάχη της Ζωοπηγής, με τον Γρηγόρη Αυξεντίου αρχηγό, ενάντια στις σιδερόφραχτες αποικιοκρατικές δυνάμεις και σε μερικούς, ελάχιστους, ευτυχώς τότες, εξωνυμένους πράκτορές της.
Κι η επέτειος της ηρωικής αυταναγκαστικής, υπέρτατης, εθνικής του προσφοράς –αυθόρμητα, αρπώντας τ’ όπλα του ακολούθησεν τον αρχηγό του, τον Γρηγόρη, για να δώσουν μαζί τη νικήτρια την πάλη ενάντια στην αποικιοκρατική κτηνωδία, πληρώνοντας όμως σοβαρότατο το τίμημα (την ίδια τη ζωή του σπεύδοντας, για ν’ αναφωνήσει ξεψυχώντας το συγκλονιστικό του μήνυμα: «Μάστρε μου πεθαίνω, ζήτω η Ελλάς…»)– ξαναφέρνει στη μνήμη του γράφοντος την καίρια, την αποφασιστική συμβολή του Μάκη Γιωργάλλα στη μυθιστορηματική απόδραση των 16 κρατουμένων ανταρτών από το κάστρο της Κερύνειας στις 23 του Σεπτέμβρη του 1955, στις 9.30 το βράδυ.
Κι ο γράφων ανασύρει το πέπλο της μνήμης για να καταθέσει τον ρόλο του Μάκη Γιωργάλλα στην επιτυχία της θρυλικής εκείνης απόδρασης:
Ο Μάκης Γιωργάλλας, κρατούμενος στο φρούριο τότες, επισήμανε πρώτος τη δυνατότητα απόδρασης αν οι αρχές του φρουρίου επέτρεπαν τη «μεταστέγασή» μας από τον Άνω Πύργο, στον Κάτω Πύργο.
‘Ηταν κάτι που για να ‘μαστε ειλικρινείς, δεν φανταζόμαστε πως θα επέτρεπαν οι Αρχές του φρουρίου, δεδομένου πως ο Κάτω Πύργος μπορούσε να μας οδηγούσε κατ’ ευθείαν προς την απόδραση για τους πιο κάτω λόγους: Το ύψος αυτόματα περιοριζόταν από 50 περίπου πόδια του Πάνω Πύργου, στα 30-35 πόδια, ενώ ταυτόχρονα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη φυγή οι πολεμίστρες έστω κι αν μερικές –τις πιο μεγάλες– οι Αρχές τις έκλεισαν, με τσιμέντο και σιδηροκιγκλιδώματα, προέβησαν σ’ εγκαταστάσεις ηλεκτροφωτισμού στον εξωτερικό περίγυρο του φρουρίου, εγκατέστησαν ηλεκτρικούς προβολείς πάνω στη στέγη του φρουρίου, και τοποθέτησαν ένοπλη αγγλική στρατιωτική φρουρά με μπρεν και άλλα αυτόματα όπλα στην αυλή και στους τοίχους του κάστρου.
Ύστερα από σύσκεψη καταλήξαμε σύντομα στο οριστικό και τελικό συμπέρασμα πως ο Κάτω Πύργος προσφερόταν απόλυτα για την απόδραση. Ύστερα απ’ αυτό ζητήσαμε από τις Αρχές να μας επιτραπεί η μετακόμιση ενός αριθμού κρατουμένων στον Κάτω Πύργο.
Σε 4-5 μέρες μας ειδοποίησαν πως έγιναν οι σχετικές διευθετήσεις σ’ απάντηση της σχετικής μας αιτήσεως και πως προσφερόταν για «ξενάγησή» μας κι ο Κάτω Πύργος.
Η απόφαση για την αξιοποίηση του Κάτω Πύργου χαροποίησε ιδιαίτερα τον εμπνευστή της πρότασης, τον Μάκη Γιωργάλλα, που θεωρούσε πια, με το ορθολογιστικό του το κριτήριο που τον χαρακτήριζε, την απόδραση σαν εξασφαλισμένη…
Μόνο που σε λίγες μέρες προσάχθηκε ενώπιον δικαστηρίου στη Λευκωσία, καταδικάστηκε και μεταφέρθηκε για να εκτίσει την ποινή του στις Κεντρικές Φυλακές, για ν’ αποδράσει και να πέσει, γενναία σαν πάντα πολεμώντας.
Αυτό το ταπεινό αφιέρωμα στη μνήμη του πρωτανταρτη Μάκη Γιωργαλλα υπεύθυνου πληροφοριών ταυτόχρονα για τους ορεινούς όγκους της Κύπρου με αρχείο που κουβαλούσε πάντα μαζί του πλα ι στην Σταυραετο Γρήγορη Αυξεντίου. Ο ηθικός Μάκης ο οποίος συνεκρουσθει ακόμη και με τη διοίκηση του Παγκύπριου Γυμνασίου και υπέστη αυστηρές συνέπειες χάριν της ΕΟΚΑ ως υπεύθυνος διαδηλώσεων της νεολαίας Λευκωσίας.
Το βιογραφικό του από το ίδρυμα ΕΟΚΑ αναφέρει τα παρακάτω πολύτιμα:
"Αργότερα κατατάχθηκε στις ομάδες του εκτελεστικού Λευκωσίας και ανέπτυξε πλούσια δράση. Συνελήφθη για τη δράση του, καταδικάστηκε σε οκτάμηνη φυλάκιση και ύστερα κλείστηκε στα κρατητήρια Κοκκινοτριμιθιάς.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1956 δραπέτευσε μαζί με άλλους έξι κρατουμένους. Πρώτος αυτός, κρυμμένος πίσω από σανίδι, κατάφερε να κόψει τα συρματοπλέγματα και να ανοίξει έξοδο και για τους υπόλοιπους. Κατέφυγαν όλοι στην περιοχή Πιτσιλιάς και από εκεί ο Γεωργάλλας κατέληξε στο Παλαιχώρι, όπου συνενώθηκε με την ανταρτική ομάδα του Γρηγόρη Αυξεντίου. Ο Αυξεντίου του ανέθεσε την οργάνωση αντικατασκοπίας στα χωριά Καννάβια, Όμοδος, Πλάτρες, Κλήρου, Κακοπετριά και Ευρύχου.
Παράλληλα με την αντικατασκοπία βοηθούσε το Λένα στην κατασκευή βομβών. Έδρασε με το ψευδώνυμο Λιάκος. Διακρίθηκε για τη μαχητικότητά του, το θάρρος, την πρωτοβουλία και τη δύναμη της ψυχής του.
“Μην τον βλέπετε έτσι λεπτό και αδύνατο”, έλεγε ο Αυξεντίου, “είναι πολύ δυνατός στην ψυχή”.
Στα ζητήματα κατασκευής όπλων και πυρομαχικών, μετακινήσεων και άλλων προβλημάτων της Οργάνωσης είχε κρίση αξιοθαύμαστη, παρά τα δεκαεννιά του χρόνια. Η όλη του ζωή και συμπεριφορά έδειχναν έναν ολοκληρωμένο θεοσεβή άνδρα."
Μες τες αγκάλες του Γρηγόρη Αυξεντίου
εθκιάλεξεν τον ο Θεόςνα ανέβει στους ουρανους
ο καλός και γρουσός Μακης Γιωργαλλας.
Ο ήρωας και όσιος ανήρ .



