Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού, Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγονται σε ένα πολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, κοινωνική πόλωση και βαθιά αμφισβήτηση των παραδοσιακών κομματικών ταυτοτήτων. Παρά τη σημαντική φθορά της δημοτικότητας του Ντόναλντ Τραμπ, το Δημοκρατικό Κόμμα αντιμετωπίζει ένα παράδοξο, ότι δηλαδή, ενδέχεται να κερδίσει εκλογικά χωρίς να έχει επιλύσει τη δική του κρίση πολιτικού προσανατολισμού. Το παράδοξο αυτό αποτυπώνει μια ευρύτερη μεταβολή της αμερικανικής πολιτικής. Η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στον παραδοσιακό διαχωρισμό Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών, αλλά επεκτείνεται στο εσωτερικό των ίδιων των κομμάτων, όπου διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και ιδεολογικά ρεύματα διεκδικούν τον καθορισμό της πολιτικής τους φυσιογνωμίας.
Στην περίπτωση των Δημοκρατικών, η αντιπαράθεση αναπτύσσεται κυρίως ανάμεσα στη μετριοπαθή, θεσμική πτέρυγα και στις προοδευτικές δυνάμεις που επιδιώκουν βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η πρώτη θεωρεί ότι η εκλογική επιτυχία προϋποθέτει τη διεύρυνση της απήχησης προς το πολιτικό κέντρο, ιδιαίτερα σε ανταγωνιστικές πολιτείες. Η δεύτερη υποστηρίζει ότι η πολιτική μετριοπάθεια έχει αποξενώσει σημαντικά τμήματα της κοινωνίας, ιδιαίτερα τους νέους και όσους
αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
Το ζήτημα της υγειονομικής περίθαλψης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για τη μετριοπαθή πτέρυγα, προτεραιότητα είναι η βελτίωση της πρόσβασης και η μείωση του κόστους εντός του υφιστάμενου συστήματος. Για την προοδευτική αριστερά, απαιτείται μια συνολικότερη αναδιάρθρωση, με ισχυρότερη κρατική παρέμβαση και καθολική κάλυψη.
Ανάλογες διαφωνίες αναπτύσσονται στην εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα αναφορικά με το Ισραήλ και την Παλαιστίνη. Η σύγκρουση αυτή δεν αφορά αποκλειστικά γεωπολιτικές επιλογές. Συνδέεται με διαφορετικές αντιλήψεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη διεθνή ευθύνη και την ταυτότητα της αμερικανικής προοδευτικής παράταξης.
Η οικονομία, ωστόσο, παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας. Η αύξηση του κόστους ζωής, οι ενεργειακές αναταράξεις και οι επιπτώσεις της σύγκρουσης με το Ιράν έχουν ενισχύσει την κοινωνική δυσαρέσκεια. Η φθορά της προεδρικής δημοτικότητας δημιουργεί ευκαιρίες για τους Δημοκρατικούς, χωρίς όμως να εξασφαλίζει αυτομάτως την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό δίδαγμα της συγκυρίας, ότι η αποδοκιμασία μιας κυβέρνησης δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με θετική αποδοχή της αντιπολίτευσης.
Οι Δημοκρατικοί καλούνται να απαντήσουν όχι μόνο στο ερώτημα γιατί πρέπει να περιοριστεί η εξουσία του Τραμπ, αλλά και στο τι ακριβώς προτείνουν ως εναλλακτικό πολιτικό και κοινωνικό υπόδειγμα. Παράλληλα, οι Ρεπουμπλικανοί αντιμετωπίζουν τις δικές τους αντιφάσεις, καθώς η πολιτική ταύτιση με τον Τραμπ ενισχύει την κινητοποίηση της κομματικής βάσης, αλλά ενδέχεται να περιορίζει την απήχηση σε μετριοπαθείς ψηφοφόρους.
Η έκβαση των εκλογών θα καθορίσει τις ισορροπίες στο Κογκρέσο και τη δυνατότητα της προεδρίας να υλοποιήσει τη νομοθετική της ατζέντα κατά το υπόλοιπο της θητείας της. Ωστόσο, η ουσιαστικότερη πολιτική αναμέτρηση ενδέχεται να αρχίσει μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, όταν τα δύο κόμματα θα κληθούν να διαμορφώσουν τη στρατηγική τους ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028. Για την Ευρώπη, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η κατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής επηρεάζει τη διατλαντική συνεργασία, την ασφάλεια, την ενέργεια και τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις.
Το τελικό διακύβευμα, επομένως, υπερβαίνει την κομματική αριθμητική. Η μεγάλη πρόκληση της αμερικανικής πολιτικής δεν είναι απλώς ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, αλλά ποιος θα μπορέσει να διαμορφώσει μια πειστική πολιτική πρόταση για την
κοινωνία της επόμενης δεκαετίας. Και αυτή η αναμέτρηση παραμένει ανοιχτή.



