Δευ, Ιουλ 6, 2026

Από τον Μαυροκορδάτο στον Τσίπρα: 7 χρεοκοπίες, διαρκής δανεισμός και τα διαχρονικά μαθήματα της ελληνικής οικονομίας

Από τον Μαυροκορδάτο στον Τσίπρα: 7 χρεοκοπίες, διαρκής δανεισμός και τα  διαχρονικά μαθήματα της ελληνικής οικονομίας

 

Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου*

Η 5η Ιουλίου αποτελεί πλέον μία από τις πλέον συμβολικές ημερομηνίες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το δημοψήφισμα του 2015, ανεξάρτητα από την πολιτική οπτική του καθενός, σηματοδότησε την κορύφωση μιας πολυετούς οικονομικής και θεσμικής κρίσης, η οποία οδήγησε τη χώρα σε ακόμη μία περίοδο έντονου εξωτερικού δανεισμού, κεφαλαιακών περιορισμών, νέου μνημονίου και βαθιάς κοινωνικής δοκιμασίας.


Η ιστορία, όμως, δεν ξεκίνησε το 2015. Ούτε το 2010. Από τη γέννηση του ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα, η Ελλάδα έχει επανειλημμένα προσφύγει στον εξωτερικό δανεισμό και έχει βρεθεί αντιμέτωπη με αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών της. Δεν είναι τυχαίο ότι η χώρα καταγράφει επτά μεγάλες περιόδους κρατικής πτώχευσης ή στάσης πληρωμών, οι οποίες, παρά τις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες.1


Η πρώτη πράξη γράφεται ήδη μέσα στην Ελληνική Επανάσταση. Το 1824 και το 1825, με πρωταγωνιστή τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στις διαπραγματεύσεις, η επαναστατημένη Ελλάδα συνάπτει τα περίφημα δάνεια του Λονδίνου. Από τα ποσά που ονομαστικά δανείστηκε, μόνο ένα μικρό μέρος έφτασε πραγματικά στην Ελλάδα, καθώς σημαντικά ποσά παρακρατήθηκαν σε προμήθειες, τόκους, ασφάλιστρα και μεσολαβητές. Αντί να αποτελέσουν αποκλειστικά εργαλείο χρηματοδότησης του Αγώνα, τα δάνεια συνέβαλαν και στην όξυνση των εμφυλίων συγκρούσεων μεταξύ των επαναστατικών παρατάξεων. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, η χώρα βρέθηκε σε αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών της.

Ακολούθησε η πτώχευση του 1843, όταν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, υπό τον Όθωνα, αδυνατούσε να εξυπηρετήσει το μεγάλο δάνειο που είχαν εγγυηθεί οι τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις. Η οικονομική αδυναμία συνδυάστηκε με πολιτική κρίση, οδηγώντας στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και στην παραχώρηση του πρώτου Συντάγματος.

Η τρίτη μεγάλη χρεωκοπία ήρθε το 1860, περίοδο κατά την οποία το κράτος συνέχισε να αντιμετωπίζει σοβαρές δημοσιονομικές δυσχέρειες και περιορισμένη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Αν και η περίοδος αυτή συνήθως επισκιάζεται από μεταγενέστερα γεγονότα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των χρόνιων προβλημάτων του ελληνικού κράτους.

Η πλέον γνωστή ιστορική χρεωκοπία είναι ασφαλώς εκείνη του 1893. Ο Χαρίλαος Τρικούπης, επιχειρώντας να εκσυγχρονίσει τη χώρα μέσω μεγάλων έργων υποδομής —σιδηρόδρομοι, δρόμοι, διώρυγα της Κορίνθου, λιμάνια— στηρίχθηκε σε εκτεταμένο εξωτερικό δανεισμό. Όταν οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες επιδεινώθηκαν και τα δημόσια οικονομικά δεν μπορούσαν πλέον να ανταποκριθούν, αναγκάστηκε να αναφωνήσει στη Βουλή τη φράση που έμεινε στην ιστορία: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Λίγα χρόνια αργότερα, μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, επιβλήθηκε ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, περιορίζοντας ουσιαστικά την οικονομική κυριαρχία της χώρας.

Η επόμενη περίοδος οικονομικής αδυναμίας εκδηλώθηκε το 1932, επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929, η κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου και η εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού οδήγησαν την Ελλάδα σε αναστολή πληρωμών του εξωτερικού χρέους. Παράλληλα, η χώρα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη σύνδεση της δραχμής με τον χρυσό, εισερχόμενη σε μία περίοδο έντονων νομισματικών και δημοσιονομικών αναταράξεων.

Η έκτη μεγάλη κρίση συνδέεται με τη μεταπολεμική περίοδο. Μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο, η Ελλάδα βρέθηκε ουσιαστικά σε κατάσταση οικονομικής κατάρρευσης, με αδυναμία εξυπηρέτησης μεγάλου μέρους των υποχρεώσεών της. Η ανασυγκρότηση στηρίχθηκε κυρίως στο Σχέδιο Μάρσαλ, σε διεθνή οικονομική βοήθεια και σε εκτεταμένες αναδιαρθρώσεις χρέους.

Αν και η περίπτωση αυτή διαφέρει από τις κλασικές πτωχεύσεις του 19ου αιώνα, αντικατοπτρίζει την ίδια θεμελιώδη πραγματικότητα: όταν η παραγωγική βάση μιας χώρας καταρρέει, ο εξωτερικός δανεισμός καθίσταται αναπόφευκτος.

Η έβδομη και πλέον πρόσφατη μεγάλη κρίση ήταν εκείνη της περιόδου 2010–2018. Ύστερα από δεκαετίες υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, διαρκούς αύξησης του δημόσιου χρέους, περιορισμένης ανταγωνιστικότητας και ατελών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η Ελλάδα αποκλείστηκε από τις διεθνείς αγορές. Ακολούθησαν τρία προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση δημόσιου χρέους στην ευρωπαϊκή ιστορία (PSI), βαθιά ύφεση και πρωτοφανής μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 αποτέλεσε κορυφαία στιγμή αυτής της κρίσης. Το αποτέλεσμα, με επικράτηση του «Όχι», δεν οδήγησε τελικά σε διαφορετική πορεία διαπραγμάτευσης, αλλά λίγες ημέρες αργότερα ακολούθησε συμφωνία για νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης με ακόμη αυστηρότερους δημοσιονομικούς όρους, ενώ στο μεταξύ είχαν επιβληθεί κεφαλαιακοί περιορισμοί και είχε διακοπεί η ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Οι οικονομικές επιπτώσεις εκείνης της περιόδου εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο δημόσιας και επιστημονικής συζήτησης.

Παρά τις μεγάλες χρονικές αποστάσεις, οι επτά αυτές κρίσεις εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά.

Πρώτον, η συστηματική υπέρβαση των πραγματικών δημοσιονομικών δυνατοτήτων της χώρας.

Δεύτερον, η εξάρτηση από τον εξωτερικό δανεισμό χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της παραγωγικής βάσης.

Τρίτον, η καθυστέρηση στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων όταν η οικονομία εξακολουθεί να λειτουργεί σχετικά ομαλά, με αποτέλεσμα οι αναγκαίες αλλαγές να επιβάλλονται τελικά υπό συνθήκες κρίσης.

Τέταρτον, η έντονη πολιτική πόλωση, η οποία συχνά μετατρέπει τα οικονομικά προβλήματα σε πεδίο εσωτερικής αντιπαράθεσης, δυσχεραίνοντας τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής.


Υπάρχει όμως και μία ακόμη διαχρονική διαπίστωση. Καμία χώρα δεν μπορεί να στηρίξει μακροπρόθεσμα την ευημερία της αποκλειστικά στον δανεισμό. Ο δανεισμός αποτελεί χρήσιμο εργαλείο όταν χρηματοδοτεί παραγωγικές επενδύσεις που δημιουργούν νέο πλούτο και αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα. Όταν, αντίθετα, χρηματοδοτεί κυρίως καταναλωτικές δαπάνες ή διατηρεί μη βιώσιμες δημοσιονομικές ισορροπίες, μεταφέρει απλώς το κόστος στις επόμενες γενιές.

Διακόσια και πλέον χρόνια μετά τα πρώτα δάνεια της ανεξαρτησίας, η Ελλάδα διαθέτει σαφώς ισχυρότερους θεσμούς, συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη και λειτουργεί μέσα σε ένα πολύ πιο σταθερό οικονομικό πλαίσιο από εκείνο των προηγούμενων αιώνων.


Ωστόσο, το βασικό δίδαγμα της ιστορίας παραμένει αμετάβλητο: η δημοσιονομική υπευθυνότητα, η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η αξιοπιστία των θεσμών και η διαμόρφωση ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων αποτελούν τις ασφαλέστερες εγγυήσεις ώστε η χώρα να μην αναγκαστεί ποτέ ξανά να επαναλάβει τον κύκλο υπερχρέωσης, κρίσης και εξάρτησης που σημάδεψε τόσο μεγάλο μέρος της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

1. Σημείωση ιστορικής ακρίβειας: στην ιστοριογραφία υπάρχει ευρεία συμφωνία για τις πτωχεύσεις/στάσεις πληρωμών των ετών 1827, 1843, 1893, 1932 και 2010, ενώ οι περιπτώσεις του 1860 και της μεταπολεμικής περιόδου δεν αναγνωρίζονται ομόφωνα ως αυτοτελείς «κρατικές χρεωκοπίες».

* Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος

Listen Live