Του Δρα Αντώνη Στ. Στυλιανού, Λέκτορα Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, LL.B Law (Bristol), Ph.D in Law – International Law and Human Rights (Kent), Διευθυντής Μονάδας Νομικής Κλινικής Πανεπιστημίου Λευκωσίας
Οι συγκρούσεις του 21ου αιώνα δεν διεξάγονται αποκλειστικά με στρατούς, πυραύλους ή τεχνολογικά μέσα. Όλο και συχνότερα, τα κράτη επιχειρούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις άλλων κρατών μέσω μη συμβατικών μορφών πίεσης. Η κρίση στη Ceuta αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας. Η συζήτηση γύρω από την έννοια της «εργαλειοποίησης της μετανάστευσης» δεν αφορά τους ίδιους τους ανθρώπους που αναζητούν μια καλύτερη ζωή. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι μεταναστευτικές ροές μπορούν να αξιοποιηθούν από τρίτους ως μέσο άσκησης πολιτικής επιρροής. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Οι μετανάστες παραμένουν πρόσωπα με δικαιώματα και αξιοπρέπεια.
Αυτό, όμως, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η μετακίνησή τους να χρησιμοποιείται στρατηγικά από άλλους δρώντες.
Στη σύγχρονη εποχή, η ισχύς των εικόνων είναι συχνά μεγαλύτερη από την ισχύ των αριθμών. Μια εικόνα χιλιάδων ανθρώπων να διασχίζουν τα σύνορα μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να επηρεάσει την κοινή γνώμη, να αναδιαμορφώσει την πολιτική ατζέντα και να ενισχύσει ακραίες πολιτικές αφηγήσεις. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιταχύνουν αυτή τη διαδικασία, καθώς η πληροφορία, ακόμη και όταν είναι ψευδής, μπορεί να δημιουργήσει πραγματικά γεγονότα. Η Ευρώπη καλείται να προσαρμοστεί σε αυτό το νέο περιβάλλον. Δεν αρκεί πλέον η φυσική προστασία των συνόρων αλλά απαιτείται και προστασία απέναντι στην παραπληροφόρηση, στις επιχειρήσεις επιρροής και στις υβριδικές μορφές πίεσης που αξιοποιούν την ανθρώπινη κινητικότητα ως εργαλείο στρατηγικής.
Για την Κύπρο, τα διδάγματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Ως εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χώρα με ιδιαίτερη γεωγραφική θέση, δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει το μεταναστευτικό αποκλειστικά ως ζήτημα διαχείρισης αφίξεων. Απαιτείται ολοκληρωμένη στρατηγική που να συνδυάζει την πρόληψη, τη διεθνή συνεργασία, την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη θεσμική ανθεκτικότητα. Η χώρα μας έχει ήδη βιώσει περιπτώσεις κατά τις οποίες οι μεταναστευτικές ροές συνδέθηκαν με ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή. Η εμπειρία αυτή επιβάλλει ψυχραιμία και στρατηγική σκέψη. Ούτε η δραματοποίηση ούτε η υποτίμηση του προβλήματος οδηγούν σε αποτελεσματικές λύσεις.
Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν η Ευρώπη θα επιλέξει ανάμεσα στην ασφάλεια και στα ανθρώπινα δικαιώματα. Το πραγματικό δίλημμα είναι αν θα μπορέσει να προστατεύσει και τα δύο ταυτόχρονα. Η ασφάλεια χωρίς κράτος δικαίου υπονομεύει τις ίδιες τις αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίστοιχα, μια πολιτική που αγνοεί τις προκλήσεις ασφάλειας καταλήγει να αποδυναμώνει την κοινωνική συνοχή και τη δημόσια εμπιστοσύνη.
Η Ceuta μάς υπενθυμίζει ότι η έννοια της ασφάλειας έχει αλλάξει. Οι μεγαλύτερες προκλήσεις δεν προέρχονται πάντοτε από συμβατικές στρατιωτικές απειλές. Συχνά γεννώνται εκεί όπου η ανθρώπινη ευαλωτότητα συναντά τη γεωπολιτική σκοπιμότητα. Η
απάντηση δεν βρίσκεται στην εγκατάλειψη των ευρωπαϊκών αξιών, αλλά στην ενίσχυση της στρατηγικής ανθεκτικότητας της Ευρώπης, ώστε να μπορεί να προστατεύει τα σύνορά της χωρίς να χάνει την ταυτότητά της.



